Το πάθος της αυτοδικαίωσης

04-ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

Ἡ τελειότητα τῶν ἀρετῶν εἶναι ἡ ἀγάπη, ἐνῶ ἡ τελειότητα… τῶν παθῶν εἶναι ἡ αὐτοδικαίωση. Ἡ αὐτοδικαίωση εἶναι μία ἀσθένεια ἀπό τήν ὁποία πάσχουμε πολλοί. Σέ ὅλη του τή ζωή κανείς προσπαθεῖ νά αὐτοδικαιωθεῖ, νά στήσει τή δική του δικαιοσύνη.

Κάποια χαρακτηριστικά τῆς εἰκόνας πού παρουσιάζει αὐτός πού ἐπιδιώκει νά αὐτοδικαιωθεῖ εἶναι τά ἑξῆς:

Προσπαθεῖ νά ἔχει τόν ἑαυτό του πάνω ἀπό ὅλους, νά δείξει ὅτι αὐτός εἶναι ἄμεμπτος καί γιά ὅλα φταῖνε οἱ ἄλλοι. Φταῖνε οἱ ἄλλοι πού θυμώνει, φταῖνε οἱ ἄλλοι πού γίνεται κακός. Δέν καταλαβαίνει ὅτι εὐτυχῶς πού ὑπάρχουν οἱ ἄλλοι καί συνειδητοποιεῖ τί ὑπάρχει μέσα του.

Ἔχει τήν ἰδέα ὅτι εἶναι καλός, ἔξυπνος καί ἱκανότερος ἀπό τούς ἄλλους. Φτιάχνει μία ἰδανική εἰκόνα γιά τόν ἑαυτό του καί ἀπαιτεῖ ἀπό τούς ἄλλους νά τόν τιμᾶνε καί νά τόν λατρεύουν. Θέλει τά πράγματα νά γίνουν, ὅπως αὐτός τά θέλει, ὅπως τά περιμένει. Κι ἄν δέν γίνεται αὐτό, τότε ἀπογοητεύεται.

Θέλει ἀλαζονικά νά γίνει ἕνας ἐπιτυχημένος ἐπαγγελματίας, ἕνας ἐπιτυχημένος οἰκογενειάρχης, ἕνας ἄρτιος Χριστιανός. Ἔτσι, μπορεῖ νά πηγαίνει στήν ἐκκλησία, νά κάνει πνευματική ζωή, νά ἐξομολογεῖται, νά κοινωνάει, νά προσεύχεται καί ὅλα αὐτά νά τά κάνει, γιά νά ἀποδείξει στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους πόσο καλός Χριστιανός εἶναι καί ὄχι ἀπό εἰλικρινή μετάνοια. Ἤ νά τά κάνει ἀπό συμφέρον καί ὑπολογισμό. Γιά νά τοῦ ἐξασφαλίσει ὁ Θεός μία καλή ἐργασία, ὑγεία, ζωή χωρίς προβλήματα καί δοκιμασίες.

Αὐτό ὅμως τό οποῖο θέλουμε νά πετύχουμε, αὐτό πού ἔχουμε βάλει ὡς στόχο, αὐτό εἶναι τελικά πού μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Πρέπει νά τό ἀποχωριστοῦμε αὐτό, νά πάψει νά μᾶς ἀπασχολεῖ, γιά νά βροῦμε τόν Θεό. Σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς δέν εἶναι νά πετύχουμε στή ζωή μας, ἀλλά νά συνάψουμε ἀληθινή σχέση μέ τόν Θεό, νά ἀφεθοῦμε ἐν λευκῷ στήν πρόνοιά Του, νά νιώσουμε τήν ἀγάπη Του.

Ὅταν ἀπαιτεῖ κανείς ὁ Θεός νά τοῦ δώσει, ἐπειδή εἶναι καλός καί ἄξιος, τότε ὁ Θεός δέν δίνει τίποτα. Ὅταν ταπεινώνεται καί νιώθει συντριβή, ὅταν δέν θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἄξιο γιά τίποτα, τότε ὁ Θεός τοῦ δίνει τά δῶρα Του.

Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει τάση αὐτοδικαίωσης ζεῖ γιά τόν ἑαυτό του, νομίζει ὅτι δέν ἔχει ἀπό κανέναν ἀνάγκη, καί συνεχῶς ζητάει ἐπιβεβαίωση γιά τά κατορθώματά του. Δέν ἔχει διάθεση νά ἀγαπήσει ἀληθινά τόν ἄλλον, ἀγαπάει μόνο τόν ἑαυτό του, τή δικαιοσύνη του, τά ἔργα του. Ἡ καρδιά του δέν μπορεῖ νά ἀνοίξει πλήρως πρός τόν Θεό. Λειτουργεῖ περισσότερο μέ τό μυαλό καί ὄχι μέ τήν καρδιά.

Εὔκολα ἀπορρίπτει τούς ἄλλους, ἀλλά σέ καμία περίπτωση δέν δέχεται νά τόν ἀπορρίπτουν. Θεωρεῖ ὅτι αὐτός ἔχει ἀρετές, ὅτι ἔχει πλεονεκτήματα, ὅτι εἶναι τό κάτι ἄλλο καί ξεχωρίζει ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὁπότε ἔχει τό δικαίωμα νά τούς κρίνει καί νά τούς ἀποδοκιμάζει.

Ἐπιπρόσθετα, δέν ἀντέχει τή συγχώρηση. Ἡ συγχώρηση, ἡ συμπόνια, ἡ ἀγάπη χωρίς ὅρους, εἶναι σκάνδαλο γιά τόν ἄνθρωπο τῆς αὐτοδικαίωσης. Ἡ λογική του, τό δικό του σύστημα ἀξιῶν, δέν μπορεῖ νά τά δεχτεῖ. Σκέφτεται ὅτι, ἀφοῦ ὁ ἄλλος ἁμάρτησε κι ἔπεσε, πρέπει νά πληρώσει, νά τιμωρηθεῖ. Ἡ συγχώρηση εἶναι γι’ αὐτόν ἀδικία.

Παρατηρεῖται λοιπόν αὐτό τό ὀξύμωρο φαινόμενο στήν πνευματική ζωή. Ἐνῶ κανείς ἀγωνίζεται νά ξεριζώσει τόν ἐγωισμό καί τά πάθη του, τήν ἴδια στιγμή προσπαθεῖ νά περισώσει μέσα του καί τόν παλαιό ἄνθρωπο, δηλαδή νά αὐτοδικαιωθεῖ.

Τό ἀποτέλεσμα εἶναι νά νιώθει ὁ ἄνθρωπος κενός, στερημένος ἀπό τή θεία χάρη. Παίρνει ὁ Θεός τή χάρη Του καί μᾶς αφήνει νά πέσουμε, γιά νά ζητήσουμε τό ἔλεός Του, γιατί μέχρι τώρα ζητούσαμε τή δικαίωσή μας. Μᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Θεός, γιά νά μαλακώσει ἡ καρδιά μας, γιά νά αἰσθανθοῦμε ὅτι ἔχουμε καί τήν ἀνάγκη τοῦ διπλανοῦ μας.

Ἄν κανείς ἀναρωτιέται, γιατί, ἐνῶ ἀγωνίζεται, δέν συγκινεῖται, γιατί δέν κατανύσσεται, εἶναι ἐπειδή στηρίζεται στή δική του ἀρετή καί δέν κινεῖται πρός τόν Θεό. Αὐτός πού κυνηγάει τή δική του δικαιοσύνη, μένει ἔξω ἀπό τή δικαίωση καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ.

Τό βασικό στήν πνευματική ζωή εἶναι ὄχι νά δικαιώσουμε τόν ἑαυτό μας, ἀλλά νά τόν ἀρνηθοῦμε. Νά μήν ἔχουμε μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό μας. Ἀγωνιοῦμε νά ἀποδείξουμε ὅτι εἴμαστε κάτι· ὁ Θεός δέν θέλει νά εἴμαστε τίποτα. Ἐπιδιώκουμε νά φαινόμαστε δυνατοί· ὁ Θεός ζητάει τήν ἀδυναμία μας. Νά ἀπορρίψουμε τά ταλέντα καί τά ὁποιαδήποτε προσόντα μας. Ὁ Θεός μᾶς τά ἔδωσε, δικά Του εἶναι. Μήν ὑπερηφανευόμαστε γι’ αὐτά. Νά ὁμολογήσουμε τήν πνευματική μας φτώχεια.

Νά μή μᾶς νοιάζει ἡ δική μας δικαίωση, ἀλλά ἡ δικαίωση τοῦ ἄλλου. Σημασία δέν ἔχει νά γίνει τό δικό μας, νά ἱκανοποιήσουμε τόν λογισμό μας, ἀλλά νά σεβαστοῦμε καί νά τιμήσουμε τόν ἄνθρωπο πού ἔχουμε δίπλα μας. Νά στερούμαστε ἐμεῖς ἑκουσίως, ἀρκεῖ νά μή στερηθεῖ ὁ ἄλλος. Νά θυσιάζουμε τόν ἑαυτό μας, γιά νά νιώθει ὁ ἄλλος ἄνετα. Νά δεχόμαστε τόν ἄλλον ὅπως εἶναι καί νά μήν προσπαθοῦμε νά τόν ἀλλάξουμε. Νά ἀνεχόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλο μέ ἀγάπη.

Ἔχουμε πάρει τήν ἀπόφαση νά γίνουμε τοῦ Χριστοῦ· νά γίνουμε ὅπως μᾶς θέλει ὁ Θεός· νά ἐγκαταλείψουμε τήν παλιά μας ζωή καί τόν παλαιό ἄνθρωπο μέσα μας καί νά ἀναγεννηθοῦμε ἐν Χριστῷ. Ἄς προσέξουμε αὐτό τό θέμα τῆς αὐτοδικαιώσεως, πού ἐμφωλεύει μέσα μας, δηλητηριάζοντας κάθε ἔκφανση τῆς ζωῆς μας καί ἐμποδίζοντάς μας νά προχωρήσουμε πνευματικά. Καί θά νιώσουμε τήν πραγματική ἐλευθερία καί ἀγάπη, πού δίνει ὁ Θεός.